Σιδερώνω, σιδερώνεις, σιδερώνει

Έμπνευση, με θέα τη σιδερώστρα!

  • Πλένω, απλώνω, μπαλώνω, σιδερώνω, τινάζω τα παπλώματα και τα κρεβάτια στρώνω… [Σταχτοπούτα, Εδώ Λιλιπούπολη]
  • Σίδερο [το], σιδερών-ω, -εις, -ει, ασιδέρωτα [τα], σιδερωμένα [?] (Γιατί έχουμε και σχολιαρόπαιδα, όλα κι όλα!)
ironing σιδέρωμα flickr

photo via https://www.flickr.com/photos/gareth1953/

  • Το σίδερο είναι χαλαρωτικό, βοηθάει ακόμα και έναν προγραμματιστή να ξελαμπικάρει, μια δοκιμή θα σε πείσει!
  • Σιδέρωσε και εσύ ένα ρούχο, μπορείς!
  • Το ύψος της στοίβας με τα ασιδέρωτα αυξάνεται εκθετικά ως προς το χρόνο.
  • Μαμά, δεν έχει φόρμες στο συρτάρι [ντόινγκ]!
  • Το σίδερο της τελευταίας στιγμής, αυξάνει την αδρεναλίνη, προκαλεί ευεργετική εφίδρωση και είναι μια ευκαιρία για φραστική εκτόνωση…
  • Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά (ολ τάιμ κλάσικ…)
  • Καλέ η γειτόνισσα έβγαλε την πρέσα στο μπαλκόνι! Να βγω και εγώ ή θα βρω το πουκαμισάκι μου στη λεωφόρο με μια ξαφνική ριπή του ανέμου;

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλες τις μαμάδες-νοικοκυράδες-εργαζόμενες, των οποίων η στοίβα με τα ασιδέρωτα πλησιάζει επικίνδυνα το … ταβάνι!

Άλλα σχετικά άρθρα:

3 thoughts on “Σιδερώνω, σιδερώνεις, σιδερώνει

  1. Λένε ότι η ευτυχία κρύβεται στο πάτο (‘οταν τον δείς) του καλαθιού με τα ασιδέρωτα ρούχα!

Σχόλια, κουτσομπολιό, επί παντός επιστητού

Your email address will not be published. Required fields are marked *